Γλέζος: “Η μάνα μου με ρώτησε που ήμουν και εγώ της έδειξα το κομμάτι της σβάστικας από το σακάκι μου”
Η Ελλάδα σήμερα θρηνεί το σπουδαίο αγωνιστή, Μανώλη Γλέζο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σήμερα σε ηλικία 98 ετών.
Λίγα χρόνια πριν, ο σπουδαίος αγωνιστής είχε παραχωρήσει συνέντευξη στο vice, όπου μίλησε για τη μητέρα του και τις αναμνήσεις που έχει από εκείνη, με την κυρίαρχη να είναι το βράδυ που γύρισε σπίτι και της έδειξε τη σβάστικα μέσα στο σακάκι του. Μίλησε επίσης για την αδυναμία του, ορίζοντάς την ως “νομίζω όλους τους ανθρώπους για καλούς” και φυσικά, για την σημαία..
Τα συγκινητικά λόγια για τη μητέρα του: «Η πιο έντονη ανάμνηση της ζωής μου, είναι η μάνα μου. Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου. Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου ένα κουβάρι στα σκαλοπάτια απ’ έξω. Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω, “Μάνα!”. Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει, “Πού ήσουν;”. Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει, “Πήγαινε κοιμήσου”. Την άλλη μέρα το πρωί, ακούω τον εξής διάλογο: Ο πατριός μου τη ρωτάει, “Πού ήταν χθες το βράδυ ο μεγάλος σου γιος;”. Του απαντάει, “Ανέβα στην ταράτσα και κοίταξε στην Ακρόπολη”. Ποτέ μου δεν τη ρώτησα πώς το κατάλαβε. Θα το θεωρούσα προσβολή στη νοημοσύνη της. Αλλά για μένα αυτό ήταν το πιο συγκινητικό συμβάν στην ιστορία μου. Η μάνα μου».
Για τη σημαία:«Πώς κατεβάσαμε τη σημαία; Έγινε ένα σκαρφάλωμα, αλλά δεν μπόρεσαμε να την κατεβάσουμε αρχικά. Κρεμαστήκαμε μαζί με τον Λάκη, αλλά υπήρχαν τρία συρματόσχοινα που έπρεπε να κόψουμε. Τα λύσαμε. Και τότε την ταρακουνήσαμε και μετά από λίγο, έπεσε πάνω μας. Μας κουκούλωσε. Η ώρα κόντευε μία το πρωί. Κόψαμε από ένα κομμάτι ο καθένας μας και το υπόλοιπο το ρίξαμε στο σπήλαιο της Αγραύλου όπως ήταν ως τότε γνωστό. Σήμερα οι αρχαιολόγοι το χαρακτηρίζουν ως Μυκηναϊκή Κρήνη».
Για την αγάπη του για τα βιβλία:«Η τελευταία ομιλία μου στην Ευρωβουλή ήταν στα αρχαία ελληνικά και στα λατινικά. Στα αρχαία ελληνικά μίλησα για αυτό που έγινε στην προ ομηρική εποχή, όπου ο κήρυκας των Θηβών έρχεται μπροστά σε συνέλευση, σε σύναξη των Αθηναίων και λέει, “Ποιος είναι τύραννος εδώ;”. Πετάχτηκε ο Θησέας και είπε, “Γιατί λες ψέματα ξένε; Εδώ δεν υπάρχει κανένας τύραννος. Εδώ κυριαρχεί ο δήμος”. Για να μην φανεί ότι είμαι εθνικιστής, χρησιμοποίησα και ένα από τη Δύση, του Θωμά του Ακουινάτου, που τον 14ο αιώνα είπε, “Να φοβάσαι τον άνθρωπο του ενός βιβλίου”. (timeo hominem unius libri). Να τον φοβάσαι».
«Η τρέλα μου είναι η γλώσσα. Η ανάγκη μου γεννήθηκε από μικρή ηλικία, επειδή στο χωριό που γεννήθηκα, στ’ Απεράθου της Νάξου, μιλάμε μία διάλεκτο που είναι εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής. Είμαστε το μόνο μέρος στην Ελλάδα που διατηρούμε και προφέρουμε το ωμέγα. Οταν μιλάμε ο ένας προς τον άλλον, πάντοτε λέμε “Ω Νικόλα”, “Ω Μιχάλη”. Οταν λέμε ωμέγα, το προφέρουμε δηλαδή.”
Για την αδυναμία του και τον ΣΥΡΙΖΑ: «Αν έχω μετανιώσει για κάτι; Ναι. Για την αδυναμία μου να θεωρώ όλους τους ανθρώπους καλούς. Να μην αμφισβητώ, να τους δέχομαι όλους. Γι’ αυτό ζήτησα συγγνώμη από τον ελληνικό λαό, που πείστηκα από τον Τσίπρα. Έχω μετανιώσει για αυτό, επειδή δεν υπήρξε πιο γρήγορη η αντίδρασή μου. Θα ήθελα να είναι πιο άμεση. Γι’ αυτό πολλές φορές νιώθω ένοχος».
«Αν με απογοήτευσε ο Τσίπρας; Μου είπε ένας φίλος μου κάποτε. “Μανώλη, έχουμε μια διαφορά εγώ και εσύ”. Του λέω, “Ποια;”. Μου λέει, “Εσύ θεωρείς όλους τους ανθρώπους καλούς, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Εγώ ως Καλαματιανός θεωρώ ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου”. Αυτή είναι η αδυναμία μου».
Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ






