INAEK

Άξιζε τη νίκη και πρέπει να βγει πιο δυνατή από αυτό το ντέρμπι!

Η ΑΕΚ βίωσε ένα δραματικό και επώδυνο φινάλε στην «ALLWYN Arena» απέναντι στον Ολυμπιακό, βλέποντας...

Η ΑΕΚ βίωσε ένα δραματικό και επώδυνο φινάλε στην «ALLWYN Arena» απέναντι στον Ολυμπιακό, βλέποντας τους τρεις βαθμούς να διαφεύγουν μέσα από τα χέρια της στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων, εξαιτίας μιας ακατανόητης διαιτητικής απόφασης.

Σε ένα ντέρμπι όπου οι διαιτητικές αποφάσεις επηρεάζουν τόσο καθοριστικά το αποτέλεσμα, η ανάλυση του αγωνιστικού σκέλους μοιάζει δευτερεύουσα. Παρ’ όλα αυτά, πριν εστιάσουμε στις φάσεις που σημάδεψαν το ματς, αξίζει να εξετάσουμε το αγωνιστικό επίπεδο της ΑΕΚ, καθώς υπήρξαν σημαντικά συμπεράσματα ενόψει της συνέχειας.

Η ΑΕΚ μπήκε δραστήρια στο ξεκίνημα του αγώνα. Είχε ένταση, είχε δουλέψει καλύτερα το αμυντικό passing game ώστε να αποφεύγει το πρέσινγκ του Ολυμπιακού και διέθετε ως εναλλακτική τη μεγάλη μεταβίβαση, με στόχο ο ταχύτατος Ζίνι να φύγει στην πλάτη της άμυνας των «ερυθρόλευκων». Το πλάνο αυτό, ωστόσο, δεν λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως επειδή η ΑΕΚ δεν έδειχνε να έχει την αυτοπεποίθηση που θα έπρεπε – κάτι απόλυτα λογικό, αν αναλογιστεί κανείς τις βαριές ήττες που είχε γνωρίσει στα τελευταία ντέρμπι με τον Ολυμπιακό. Παράλληλα, ο Ζίνι δεν είχε τον απαιτούμενο αγωνιστικό ρυθμό, με αποτέλεσμα να μην είναι τόσο επιδραστικός, γεγονός που επέτρεψε στην άμυνα του Ολυμπιακού να ανεβαίνει εύκολα ψηλά και να παίρνει αρκετά μέτρα στο γήπεδο. Φυσικά, ακόμη και αν όλα λειτουργούσαν άψογα, ο Ολυμπιακός είναι μια ομάδα με πολύ δυνατό πρέσινγκ και θα μπορούσε ούτως ή άλλως να δημιουργήσει προβλήματα.

Το πρώτο ημίχρονο ολοκληρώθηκε χωρίς γκολ, με τον Ολυμπιακό να έχει σπαταλήσει σαφώς περισσότερες δυνάμεις και να έχει καλύτερη εικόνα. Στο δεύτερο μέρος, όμως, είδαμε ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι. Η ΑΕΚ δεν δέχτηκε το ίδιο ασφυκτικό πρέσινγκ, έδειξε μεγαλύτερη ψυχραιμία στις μεταβιβάσεις της και σκόραρε στην πρώτη της ουσιαστική ευκαιρία.

Από εκείνο το σημείο και μετά φάνηκε ξεκάθαρα η αδυναμία του Ολυμπιακού στο δημιουργικό κομμάτι: ημιτελείς ατομικές προσπάθειες και σέντρες απελπισίας, χωρίς ουσία. Η ΑΕΚ, από το γκολ της και έπειτα, δεν απειλήθηκε ουσιαστικά και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να κρατήσει, ως οδηγό για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζει τον Ολυμπιακό στο μέλλον. Το πλάνο του δευτέρου ημιχρόνου λειτούργησε πλήρως, ενώ και οι αλλαγές του Μάρκο Νίκολιτς ήταν άψογες.

Οι δύο καθοριστικές αποφάσεις και τα φάουλ που δεν δόθηκαν στο δεύτερο ημίχρονο

Ο Μάκελι γενικότερα έχασε τον έλεγχο στο δεύτερο ημίχρονο. Αντιλαμβάνομαι ότι 1-2 παίκτες της ΑΕΚ προσπάθησαν να εκμαιεύσουν κάποια φάουλ και εκείνος δεν τα έδωσε, ίσως θέλοντας να περάσει το μήνυμα ότι τέτοιες επαφές δεν σφυρίζονται. Το πρόβλημα είναι ότι, στην προσπάθειά του να μην «τσιμπήσει», αγνόησε και 4-5 καθαρά φάουλ, κάτι που δεν επιτρέπεται για διαιτητή αυτού του επιπέδου. Ένα χέρι του Ορτέγκα από τα αριστερά, ένα σκληρό μαρκάρισμα στον Ρότα στα τελευταία λεπτά των καθυστερήσεων –λίγο πριν τη φάση του γκολ του Ολυμπιακού– καθώς και σχεδόν όλα τα μαρκαρίσματα στον Κοϊτά, μεταξύ των οποίων κι ένα φάουλ οριακά έξω από την περιοχή, σε εξαιρετικό σημείο. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην αντίθετη πλευρά σφύριζε πολύ πιο εύκολα, κάτι που εξηγεί και τις πολλές στατικές φάσεις γύρω από την περιοχή της ΑΕΚ. Όλα αυτά, βέβαια, ωχριούν μπροστά στις αποφάσεις του ίδιου και του VAR στις δύο καθοριστικές φάσεις του αγώνα.

Οι δύο αυτές φάσεις είναι, φυσικά, η μη αποβολή του Ποντένσε με το σκορ στο 1-0 και το πέναλτι που καταλογίστηκε υπέρ του Ολυμπιακού. Το πέναλτι είναι απλώς αστείο και μόνο προς συζήτηση. Είναι πραγματικά να απορεί κανείς πώς ένας διαιτητής αυτού του επιπέδου παίρνει μια τέτοια απόφαση. Και όχι, δεν είναι «βαρίσιο», ένας όρος που εφευρέθηκε για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αλλά απλά δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει «βαρίσιο» πέναλτι. Υπάρχει απλώς πέναλτι. Αν η ταμπέλα «βαρίσιο» μπαίνει σε κάθε περίπτωση που υπάρχει επαφή –και επαφή, όχι μαρκάρισμα– τότε οι αγώνες θα κρίνονται αποκλειστικά… στα πέναλτι.

Το πιο εξοργιστικό, ωστόσο, είναι το πώς ένας διαιτητής –και ειδικότερα ο VAR– εξαντλεί την αυστηρότητά του στη φάση αυτή, θεωρώντας ότι υπάρχει επαφή, αλλά δεν δείχνει την ίδια αυστηρότητα στη φάση της κόκκινης κάρτας, εκτιμώντας πιθανώς ότι το χτύπημα δεν είναι αρκετά δυνατό. Σε ένα ντέρμπι τόσο υψηλού επιπέδου δεν γίνεται να μην υπάρχει κοινή ερμηνεία σε δύο τόσο κρίσιμες φάσεις.

Προτεινόμενα βίντεο


Αξίζει να δείτε


Δείτε Περισσότερα