Οι ΑΠΙΘΑΝΕΣ ιστορίες δύο τεράστιων Ιταλών αμυντικών!
Οι δύο θρυλικοί Ιταλοί αμυντικοί μπορεί να μη συναντήθηκαν ποτέ στο γήπεδο, όμως οι ιστορίες τους έχουν πολλά κοινά σημεία. Θα δούμε ποιά είναι αυτά. Αρχικά όμως, ρίξτε μια ματιά στα σημερινά αξιόλογα prognostika stoiximatos
Όταν φέρει κανείς στο μυαλό του το ιταλικό ποδόσφαιρο, μία από τις λέξεις που πιθανότατα θα σκεφτεί αμέσως είναι ο όρος κατενάτσιο. Στα ιταλικά σημαίνει κλειδαριά και περιγράφει ένα αμυντικό σύστημα παιχνιδιού, που αναπτύχθηκε αρχικά από έναν Αυστριακό προπονητή για την εθνική Ελβετίας τη δεκαετία του 1930, αλλά τελειοποιήθηκε από τους Ιταλούς.
Το ιταλικό ποδόσφαιρο είναι γεμάτο με σπουδαίους αμυντικούς. Σε αυτούς περιλαμβάνονται – μεταξύ άλλων – οι Καναβάρο, Νέστα, Μαλντίνι, Μπονούτσι και Κοστακούρτα. Ωστόσο, δύο ονόματα ξεχωρίζουν από τον περίφημο κατάλογο. Είναι οι αρχετυπικοί λίμπερο, παίκτες ταυτισμένοι με τη θέση, οι Αρμάντο Πίτσι και Γκαετάνο Σιρέα.
Τα πρώτα βήματα
Ο Αρμάντο Πίτσι γεννήθηκε στο Λιβόρνο το 1935, την ίδια χρονιά που η ομάδα της πόλης του ολοκλήρωσε τις εργασίες στο γήπεδό της. Μία ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους θα προέκυπτε το 1990, αλλά πριν από αυτό, ο Πίτσι έθεσε τις βάσεις με τις οποίες θα κρίνονταν όλοι οι μελλοντικοί Ιταλοί αμυντικοί.
Ο Λέο, ο αδερφός του Αρμάντο που τον περνούσε 14 χρόνια, ήταν αυτός που τον μύησε στο ποδόσφαιρο. Ο μεγαλύτερος από τους δύο αδερφούς Πίτσι ξεκίνησε να παίζει στη Λιβόρνο το 1945 και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον εντοπισμό του ταλέντου του Αρμάντο. Τον πρότεινε στην ομάδα για να ακολουθήσει τα χνάρια του. Ακριβώς όταν ο Λέο έφευγε από την πρώτη ομάδα για το Τορίνο, ο Αρμάντο έκανε το ντεμπούτο του στην ομάδα νέων.
Το 1954, ο Αρμάντο έπαιξε τελικά στην πρώτη ομάδα της Λιβόρνο, ξεκινώντας την καριέρα του ως δεξί μπακ. Μέχρι τη μεταγραφή του το 1959, με 99 εμφανίσεις στην ομάδα της πόλης του, ο Πίτσι έπαιζε στη συγκεκριμένη θέση. Αυτό συνεχίστηκε και στη μοναδική του σεζόν στη Σπαλ, όταν με τις 27 εμφανίσεις του βοήθησε την ομάδα να πετύχει ρεκόρ και να τερματίσει πέμπτη στη Serie A.
Οι επιδόσεις του Πίτσι τράβηξαν την προσοχή του Ελένιο Ερέρα, που έφερε τον αμυντικό από την επαρχιακή ομάδα στην Ίντερ. Παρόλο που δεν ήταν προφανές τότε, αυτά ήταν τα πρώτα βήματα για τη μετέπειτα εποχή της “Γκράντε Ίντερ”. Μαζί του ήρθε στην ομάδα άλλο ένα πρόσωπο κλειδί, ο Τζιατσίντο Φακέτι. Ο Πίτσι αρχικά έπαιζε στη δεξιά πλευρά της άμυνας της Ίντερ και ο Φακέτι, ένας παίκτης δεκαετίες μπροστά από την εποχή του, αριστερά. Ωστόσο, οι δύο πρώτες σεζόν του Ερέρα και του Πίτσι ήταν μάλλον φτωχές σε επιτεύγματα.
Η ομάδα είχε να κατακτήσει το πρωτάθλημα έξι χρόνια στην έλευση του Ερέρα. Παρά το γεγονός ότι τερμάτισε τρίτη και την επόμενη σεζόν δεύτερη, ο ιδιοκτήτης της, Άντζελο Μοράτι, δεν εντυπωσιάστηκε. Φήμες κυκλοφόρησαν ότι ο Ερέρα θα αποχωρούσε από το “Τζουζέπε Μεάτσα”. Τελικά, ο Μοράτι επέλεξε να δώσει στον Ερέρα λίγο επιπλέον χρόνο, αναγκάζοντας τον προπονητή να αναγνωρίσει ότι η ομάδα του ήταν πολύ ανοιχτή και επιρρεπής στο να δέχεται γκολ.
Ο Ερέρα άλλαξε όλο το στυλ παιχνιδιού της ίντερ. Χρησιμοποίησε μία κλασική τετράδα πίσω, αλλά αξιοποιώντας τα φυσικά επιθετικά ένστικτα του Φακέτι του δόθηκε άδεια να ανεβαίνει όλη την αριστερή πλευρά. Ένας επιπλέον παίκτης τοποθετήθηκε ως λίμπερο πίσω από τους τέσσερις αμυντικούς. Η Ίντερ έπαιζε σύστημα με στενό μαρκάρισμα και άφηνε έναν εφεδρικό παίκτη στο πίσω μέρος για να σαρώνει οποιονδήποτε αντίπαλο ή μία μπαλιά που χάθηκε. Ήταν μία θέση που χρειαζόταν ευφυΐα, ψυχραιμία, όραμα και προσδοκία. Ο Πίτσι είχε όλα τα τεχνικά και νοερά χαρακτηριστικά που απαιτούνταν και έτσι έγινε ο λίμπερο του Ερέρα, ο αρχηγός και η φωνή του στο γήπεδο.
Ο Γκαετάνο Σιρέα είδε το φως στο Τσερνούσκο Σουλ Ναβίλιο, ένα προάστιο της περιοχής του Μιλάνου το 1953. Δεν ήταν, όμως οι “νερατζούρι” ή οι “ροσονέρι” που του έμαθαν μπάλα. Αντ ‘αυτού, ο Σιρέα προσέλκυσε την προσοχή της Αταλάντα και το 1970 έγινε μέλος της ομάδας που εδρεύει στο Μπέργκαμο. Όταν ο Αρμάντο Πίτσι ολοκλήρωνε την καριέρα του το 1969, ξεκινούσε αυτή του Γκαετάνο Σιρέα.
Όπως έγινε και με τον Πίτσι, ο Σιρέα δεν ξεκίνησε ως λίμπερο. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του έπαιξε στο κέντρο. Η θητεία του εκεί του επέτρεψε να εξελίξει τη θέση και να γίνει πρότυπο για καθε λίμπερο.
Μετά από δύο χρόνια στη Λομβαρδία, ήταν αναπόφευκτο ένας παίκτης με την ηρεμία και τη νοημοσύνη του Σιρέα να τραβήξει τα μεγαθήρια του βορρά, με τη Γιουβέντους να κάνει κίνηση για τον 21χρονο το 1974. Η ομάδα του Τορίνο κατακτούσε την εποχή εκείνη διαδοχικά πρωταθλήματα. Παρά την επιτυχία του Τσέστμιρ Βιτσπάλεκ, ο πρώην παίκτης της Κάρλο Παρόλα τον διαδέχτηκε και ανέλαβε την τεχνική ηγεσία την πρώτη χρονιά του Σιρέα.
Αρχικά, οι οπαδοί των “μπιανκονέρι” ήταν δύσπιστοι. Ο Σιρέα δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να κερδίσει τους αμφισβητίες με τη νοημοσύνη και την ωριμότητά του. Παρά την ηλικία του, αντικατέστησε επάξια τον αγαπημένο της εξέδρας, Σάντρο Σαλβατόρε.
Τα πρώτα δύο χρόνια του Σιρέα στη Γιουβέντους ήταν πιο επιτυχημένα από αυτά του Πίτσι στην Ίντερ. Στην πρώτη του πλήρη σεζόν, ο κέρδισε τον πρώτο του τίτλο πρωταθλήματος. Τη δεύτερη σεζόν η Γιούβε τερμάτισε πίσω από την Τορίνο. Παρόλο που ο Πίτσι είχε τον μέντορά του από την αρχή της θητείας του στην Ίντερ, ο Σιρέα έπρεπε να περιμένει μέχρι την έναρξη της σεζόν 1976 – 1977 για την άφιξη του Τζιοβάνι Τραπατόνι.
Με την έλευσή του, ο Σιρέα απέκτησε έναν προπονητή που κατάλαβε τα ταλέντα του και απελευθέρωσε τον ρόλο του από την τελευταία γραμμή άμυνας σε θέση που θα ήταν η αφετηρία για επιθετικό παιχνίδι.
Η πορεία του Αρμάντο Πίτσι
Την αγωνιστική περίοδο 1962 – 1963 η τακτική των έξυπνων αλλαγών του Ερέρα απέδωσε καρπούς. Ο ισχυρισμός του Ερέρα ότι εφηύρε τον όρο κατενάτσιο είναι υπό συζήτηση, όμως ήταν από την αρχή σαφές ότι ο Πίτσι με την καθοδήγησή του θα καθόριζε τη θέση του λίμπερο. Ο Πίτσι, όπως και ο Σιρέα, δεν διέθετε επιβλητικό σωματότυπο, αλλά η ικανότητά του να διαβάσει το παιχνίδι και να αισθανθεί τον κίνδυνο προτού γίνει εμφανής το αναπλήρωνε και με το παραπανω.
Η Ίντερ κέρδισε τον πρώτο της τίτλο στη Serie A σε εννιά χρόνια το 1963, δεχόμενη μόλις 20 γκολ σε 34 παιχνίδια. Ο επανασχεδιασμός της αμυντικής γραμμής είχε αντίκτυπο, όχι μόνο στον σύλλογο αλλά και σε όλο το ιταλικό ποδόσφαιρο. Ο Πίτσι θεωρήθηκε επέκταση του προπονητή, κατευθύνοντας τους συμπαίκτες του στο γήπεδο με οδηγίες και ενορχηστρώνοντας το παιχνίδι με τους όρους του. Το φυσικό ένστικτό του για άμυνα σήμαινε ότι πολύ σπάνια περνούσε στο μισό του γηπέδου που ανήκε στον αντίπαλο, όπως ήθελε ο τεχνικός του. Ο έλεγχος του Πίτσι στο παιχνίδι ήταν τέτοιος, που έκανε τον γνωστό Ιταλό δημοσιογράφο Τζιάνι Μπρέρα να πει: “Ο Πίτσι ήταν αμυντικός σκηνοθέτη. Οι πάσες του δεν ήταν ποτέ τυχαίες και το όραμά του ήταν υπέροχο”.
Υπάρχει ένα ανέκδοτο στο βιβλίο του Τζον Φουτ, “Κάλτσιο”, που δείχνει την εμπιστοσύνη του Πίτσι στην ικανότητά του να παίζει χωρίς να χρειάζεται καθοδήγηση από τον προπονητή του. Κατά τη διάρκεια ενός ματς στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Ερέρα προσπαθούσε να δώσει οδηγίες στους παίκτες του. Απογοητευμένος από την έλλειψη προσοχής, κάλεσε έναν παίκτη κοντά του και του έδωσε οδηγίες για τον Πίτσι. Μετά από λίγο, ο τεχνικός ρώτησε τον ποδοσφαιριστή τι είπε ο Πίτσι. Ο παίκτης απάντησε, σχεδόν ζητώντας συγγνώμη: “Να τις βάλεις εκεί που ξέρεις και εσύ και ο Ερέρα”! Η Ίντερ κέρδισε τελικά εκείνο το παιχνίδι.
Ενώ ο Ερέρα δεν μπορούσε πάντα να βασίζεται στο ότι ο Πίτσι θα κάνει τα όσα του λέει, ήξερε ότι ο λίμπερο δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τη θέση του. Ο Πίτσι είχε αμυντική κλίση, αλλά μπορούσε να παίξει. Δεν ήταν ο τύπος του αμυντικού που θα καθάριζε τη γραμμή με κάθε κόστος. Του άρεσε να έχει την μπάλα κάτω και να τη μετακινεί γρήγορα, ενώ πολλές φορές ξεκινούσε επιθέσεις.
Τη σεζόν 1963 – 1964 οι “νερατζούρι” απέτυχαν να υπερασπιστούν τον τίτλο, χάνοντας από την Μπολόνια σε ένα παιχνίδι πλέι-οφ μετά από ισοβαθμία. Ωστόσο, η εγχώρια αποτυχία αντισταθμίστηκε από την πορεία στο Ευρωπαϊκό Κύπελλο. Ο Πίτσι οδήγησε την Ίντερ στην πρώτη ευρωπαϊκή επιτυχία της, όταν νίκησε την ισχυρή Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό. Δικαιώθηκε, έτσι, και το σύστημα κατενάτσιο του προπονητή. Πράγματι, η Ίντερ δέχτηκε μόνο πέντε γκολ σε εννιά αγώνες εναντίον των πρωταθλητών Αγγλίας, Γαλλίας, Γιουγκοσλαβίας, Γερμανίας και Ισπανίας.
Μετά την κορυφή της Ευρώπης, η Ίντερ προσπάθησε να κατακτήσει και πάλι αυτή της Ιταλίας. Με αυξημένη πίεση, ο Πίτσι έπρεπε να οδηγήσει τους συμπαίκτες του στο άγνωστο στο παιχνίδι για το διηπειρωτικό Κύπελλο στην Ιντεπεντιέντε της Αργεντινής. Την ήττα με 1-0 στο Μπουένος Άιρες ακολούθησε ο θρίαμβος με 2-0 στο Μιλάνο και η Ίντερ αναδείχτηκε καλύτερη ομάδα στον κόσμο.
Η σεζόν 1964 – 1965 ήταν η πιο επιτυχημένη της “Γκράντε Ίντερ”. Ο Αρμάντο Πίτσι οδήγησε την ομάδα του στον τίτλο, με ήττα μόνο σε δύο παιχνίδια. Οι “νερατζούρι” παρέμειναν ζεστοί και ακολούθησε ένα δεύτερο διαδοχικό Ευρωπαϊκό Κύπελλο.
Για άλλη μια φορά, το παθητικό της ομάδας στην Ευρώπη ήταν μόλις πέντε γκολ. Στον τελικό η Ίντερ πήρε το προβάδισμα 1-0 έναντι της Μπενφίκα μετά από 42 λεπτά. Ήταν το κίνητρο που χρειάστηκε ο αρχηγός, ο οποίος σπάνια άφηνε το πρώτο τρίτο του γηπέδου, καθώς η Ίντερ κατέγραψε αμυντική επίδοση που άγγιξε την τελειότητα ενάντια στη φοβερή επίθεση της πορτογαλικής ομάδας.
Ο μικρόσωμος λίμπερο βοήθησε την Ίντερ να φτάσει σε μεγάλα ύψη, αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Τη σεζόν 1965 – 1966 η Ίντερ πήρε και πάλι το διηπειρωτικό κόντρα στην Ιντεπεντιέντε, κερδίζοντας συνολικά σε δύο αγώνες με 3-0. Το τελευταίο τρόπαιο της εποχής της “Γκράντε Ίντερ” ήταν το σκουντέτο αυτής της αγωνιστικής περιόδου. Κέρδισε τον τίτλο με τέσσερις πόντους, δέχτηκε μόνο 28 γκολ όλη τη σεζόν, αλλά σημείωσε 70, κάτι που δεν ήταν τυπικό για την ομάδα. Με εφτά μεγάλα τρόπαια σε τέσσερις συγκλονιστικές περιόδους, ο Αρμάντο Πίτσι είχε οδηγήσει την Ίντερ σε πρωτοφανή επιτυχία.
Η ειρωνεία είναι ότι ο Πίτσι δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να μεταφέρει τις παραστάσεις του στην εθνική ομάδα και δεν επιλέχθηκε καν για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Στα μάτια του προπονητή Εντμόντο Φάμπρι ήταν πολύ αμυντικός. Μετά την ήττα σοκ της Ιταλίας με 1-0 από τη Βόρεια Κορέα ίσως και να σκέφτηκε πως θα έπρεπε να είχε πάρει άλλη απόφαση για τον λίμπερο της Ίντερ.
Ο Φερούτσιο Βαλκαρέτζι, που ανέλαβε να αποκαταστήσει την κατεστραμμένη διεθνή φήμη των “ατζούρι” επέλεξε τον Πίτσι για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1968. Ωστόσο, ένας σοβαρός τραυματισμός στη λεκάνη κατά τη διάρκεια αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας έληξε ουσιαστικά τη διεθνή του καριέρα. Είναι εντυπωσιακό ότι ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές της Ιταλίας κλήθηκε μόνο 12 φορές στην εθνική.
Η σεζόν 1966 – 1967 ίσως κρινόταν ως επιτυχημένη για τους περισσότερους συλλόγους, αλλά η “Γκραντε Ίντερ” δεν ήταν συνηθισμένη ομάδα. Η δεύτερη θέση στη Serie A και το Ευρωπαϊκό Κύπελλο έφεραν την πρόωρη διάλυση. Δεν υπήρχε περιθώριο για συναισθηματισμούς στο “Τζουζέπε Μεάτσα” και ο αρχηγός της Ίντερ πωλήθηκε στη Βαρέζε το καλοκαίρι του 1967. Παρ’ όλα αυτά, ο Αρμάντο Πίτσι παρέμεινε για πάντα στη μνήμη όλων ως “Ιλ Γκράντε Καπιτάνο” (ο μεγάλος αρχηγός). Ακόμη πιο σημαντικό το γεγονός ότι ο ίδιος ο ορισμός του λίμπερο είχε αλλάξει από έναν παίκτη με τη δέουσα επιμέλεια στο ρόλο και τις ευθύνες του, που σκόραρε ένα και μόνο γκολ καθ ‘όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στην Ίντερ.
Καθώς η καριέρα του Πίτσι έφτασε στο αναπόφευκτο τέλος, φάνταζε ως φυσική εξέλιξη πως, με τόσο αναλυτικό μυαλό και έντονη όρεξη για μάθηση, ο Πίτσι θα ενδιαφερόταν για την προπονητική.
Κατά τη διάρκεια των δύο σεζόν του στη Βαρέζε, ο Πίτσι άρχισε να αναλαμβάνει όλο και μεγαλύτερη ρόλο στην προπόνηση των παικτών. Ο παίκτης που ήταν η φωνή του προπονητή στο γήπεδο έγινε και το αφεντικό. Στο τέλος της σεζόν του 1969, η καριέρα του Πίτσι ολοκληρώθηκε. Ακολούθησε η επιστροφή στο Λιβόρνο, καθώς ο σύλλογος της ιδιαίτερης πατρίδας του του αναγνώρισε τις προπονητικές του ικανότητες και τον διόρισε ως πρώτο προπονητή ομάδας.
Αν η καριέρα του στο παιχνίδι υπήρξε θαυμαστή, δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τη φήμη του ως προπονητή. Μέσα σε μία σεζόν οι ισχυροί της Serie A ενδιαφερθηκαν για τον 35χρονο. Μετά από μόλις ένα χρόνο στο τιμόνι του Λιβόρνο, η Γιουβέντους αποδείχθηκε πολύ μεγάλος πειρασμός. Στην αρχή της αγωνιστικής περιόδου 1970 – 1971, ο “Ιλ Γκράντε Καπιτάνο” είχε την πιο προσοδοφόρα θέση τεχνικού στο ιταλικό ποδόσφαιρο.
Η καριέρα του Γκαετάνο Σιρέα
Ο Γκαετάνο Σιρέα κέρδισε το πρωτάθλημα την πρώτη σεζόν του υπό τις οδηγίες του Τραπατόνι. Με μία συνεχιζόμενη συμμετρία μεταξύ Πίτσι και Σιρέα, η Γιούβε δέχτηκε επίσης 20 γκολ στην πορεία για τον τίτλο του 1976 – 1977. Αλλά σε αντίθεση με τον Πίτσι, ο Σιρέα ενθαρρύνθηκε να βγει μπροστά. Ενώ ο αρχηγός της Ίντερ παρέμεινε υπάκουος στην αμυντική του κλίση, ο Σιρέα χρησιμοποιήθηκε από τον Τραπατόνι ως ένα νέο είδος λίμπερο, με την άδεια να μεταφέρει την μπάλα εκτός της άμυνας προς το κέντρο.
Σε αντίθεση με την επιμονή του Πίτσι, ο Σιρέα ήταν πολύ πιο ήπιος χαρακτήρας. Οι μαρτυρίες από συμπαίκτες, οπαδούς και προπονητές μιλούν για έναν παίκτη που ήταν η προσωποποίηση της ηρεμίας, ο οποίος έπαιξε το παιχνίδι με ήσυχο, αξιοπρεπή τρόπο. Ο Ιταλός δημοσιογράφος Ντάργουιν Παστόριν χαρακτήρισε το Σιρέα ως “τζέντλεμαν λίμπερο”. Οι τυπικές θεατρινισμοί της εποχής δεν ήταν για εκείνον. Οι συμπαίκτες του ήξεραν τι να περιμένουν από εκείνον και τι μπορούσε να κάνει με την μπάλα στα πόδια του. Οι αντίπαλοι σπάνια τον έπαιρναν χαμπάρι, αφού τα κλεψίματα ήταν το φόρτε του.
Αν ο επανακαθορισμός του του ρόλου του Πίτσι είχε φέρει πολλά τρόπαια στον σύλλογό του, με την προσαρμογή της θέσης του λίμπερο ο Σιρέα επρόκειτο να ξεπεράσει τον προκάτοχό του με πολλούς τρόπους. Ο Τραπατόνι έκατσε στον πάγκο της Γιούβε για μία δεκαετία και για καθεμιά από αυτές τις σεζόν, ο Σιρέα ήταν ο πιστός υπολοχαγός του.
Η ομάδα του Τραπατόνι ήταν χάρμα οφθαλμών, εν μέρει χάρη στην προσαρμογή του κατενάτσιο, γνωστού ως “ζόνα μίστα” (μικτή ζώνη) . Αυτό που έκανε τη Γιουβέντους τόσο επιτυχημένη ήταν ότι περικύκλωνε τους πιο επιδέξους παίκτες με εκείνους που έπαιζαν με το στερεοτυπικό ιταλικό αμυντικό στυλ. Ο Σιρέα ήταν ένα από αυτά τα σπάνια δείγματα ποδοσφαιριστών που μπορούσαν να κάνουν και τα δύο. Οι Τζοφ, Τζεντίλε, Καμπρίνι και Σιρέα αποτέλεσαν την καρδιά της άμυνας της Γιουβε για εφτά σεζόν. Ο Τζεντίλε προσέφερε ό, τι δεν έκανε ο Σιρέα και το αντίστροφο.
Ο Σιρέα έκανε συλλογή τροπαίων με τους “μπιανκονέρι”, σηκώνοντας εφτά σκουντέτο, δύο Κύπελλα Ιταλίας, Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, ΟΥΕΦΑ Γουίνερς Καπ, ΟΥΕΦΑ Σούπερ Καπ, διηπειρωτικό και Ευρωπαϊκό Κύπελλο. Είναι ένας από τους μόλις πέντε παίκτες στην ιστορία του ποδοσφαίρου που έχει κερδίσει κάθε διοργάνωση της ΟΥΕΦΑ και της ΦΙΦΑ.
Το Ευρωπαϊκό Κύπελλο το κατέκτησε τη μοιραία βραδιά του 1985 στο Χέιζελ. Η νίκη με 1-0 εναντίον της Λίβερπουλ ορθώς περνάει σε δεύτερη μοίρα μπροστά σε τέτοια τραγωδία. Ο Σιρέα και ο Φιλ Νιλ, ο αρχηγός της Λίβερπουλ, ήταν αυτοί που κλήθηκαν για να μιλήσουν στους θεατές και να τους παρακαλέσουν να ηρεμήσουν κατά τη διάρκεια των θλιβερών στιγμών μέσα στο γήπεδο. Σε μία νύχτα χάους, η ήρεμη και σεβάσμια φωνή του Σιρέα ήταν αυτή που έφτασε στους Ιταλούς οπαδούς. Μετά το τελευταίο σφύριγμα, το τρόπαιο παραδόθηκε στη Γιουβέντους μέσα σε ένα ξύλινο κουτί στα αποδυτήρια.
Αν υπάρχει μία σημαντική διαφορά στην πορεία των Πίτσι και Σιρέα, τότε έχει να κάνει με τη φανέλα της εθνικής ομάδας. Ενώ η καριέρα του Πίτσι είχε πληγεί από μία διαφορά άποψης του προπονητή και έναν τραυματισμό, αυτή του Σιρέα απογειώθηκε στις 11 Ιουλίου του 1982 στη Μαδρίτη, όταν η Ιταλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο αφού νίκησε τη Δυτική Γερμανία 3-1 στον τελικό.
Στη διοργάνωση όλος ο πλανήτης είχε την ευκαιρία να θαυμάσει αυτό που ήδη γνώριζαν οι Ιταλοί οπαδοί. Ο Σιρέα ήταν στο αποκορύφωμα της καριέρας του. Σε συνεργασία με τους συμπαίκτες του στο σύλλογό του, Τζοφ, Καμπρίνι και Τζεντίλε, έφτασαν την Ιταλία στην κορυφή. Και αν ο πανηγυρισμός Μάρκο Ταρντέλι μετά το τέρμα του είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα αυτού του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τότε η συμμετοχή του Σιρέα στο γκολ είναι η καθοριστική στιγμή του ως απόλυτου λίμπερο.
Παίρνοντας την μπάλα στην άκρη της περιοχής του, ο Σιρέα προχώρησε προς τα εμπρός, με το κεφάλι ψηλά, ψάχνοντας για επιλογές. Δίνοντας πάσα, συνέχισε την πορεία του πέρα από τους επιθετικούς στην περιοχή της Δυτικής Γερμανίας. Μετά από εναλλαγές, η μπάλα κατέληξε και πάλι στα πόδια του, πριν τη δώσει στον Ταρντέλι για το 2-0.
Μετά τη συμμετοχή της Ιταλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό, ο Σιρέα αποσύρθηκε από την εθνική. Δύο χρόνια αργότερα, μετά από έξι μόνο εμφανίσεις στην πρώτη ομάδα της Γιούβε τη σεζόν 1987 – 1988, έληξε και η καριέρα του. Παίζοντας στο υψηλότερο επίπεδο καθ’ όλη της τη διάρκεια, ο “τζέντλεμαν λίμπερο” δεν αντίκρυσε ποτέ κόκκινη κάρτα. Ο Σιρέα ήταν το τέλειο παράδειγμα άμυνας με τον εγκέφαλο και όχι με το σώμα.
Μετά από 14 χρόνια υπηρεσίας στη “Γηραιά Κυρία”, ο Γκαετάνο Σιρέα διορίστηκε βοηθός προπονητή του παλιού φίλου και πρώην συμπαίκτη του, Ντίνο Τζοφ. Όπως συνέβη και με τον Πίτσι, το αναλυτικό μυαλό του αναγνωρίστηκε από τη Γιουβέντους ως ιδιαίτερο και κατάλληλο για τις τακτικές απαιτήσεις της Serie A.
Το πρόωρο τέλος
Στις 16 Φεβρουαρίου του 1971, μετά από μόλις εφτά μήνες στον πάγκο της Γιουβέντους, ο σύλλογος ανακοίνωσε ότι ο Αρμάντο Πίτσι θα έπαιρνε άδεια επ’ αόριστον για να πολεμήσει μία επιθετική μορφή καρκίνου. Οι στενοί φίλοι και η οικογένεια γνώριζαν ότι ήταν στο τελικό στάδιο και τρεις μήνες αργότερα, σε ηλικία μόλις 35 ετών, ο Πίτσι πέθανε. Ο αντικαταστάτης του ήταν ο Τσέστμιρ Βιτσπάλεκ, ο άνθρωπος που έφερε τον Γκαετάνο Σιρέα στη Γιουβέντους.
Αν η σταδιοδρομία του “Ιλ Γκράντε Καπιτάνο” έφερε επανάσταση στο ποδόσφαιροκαι την τακτική ανάπτυξη, όπως και ασύγκριτη χαρά στους οπαδούς της Ίντερ, τότε η προπονητική καριέρα του Πίτσι ήταν μία ανεκπλήρωτη δυνατότητα.
Παρόλο που έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές της πορείας του στην ομάδα του Μιλάνου, ο σύλλογος της νεανικής του ηλικίας, η Λιβόρνο, δεν τον ξέχασε. Το 1990 το γήπεδό της ονομάστηκε προς τιμήν του. Το στάδιο “Αρμάντο Πίτσι” υπάρχει ως μόνιμη υπενθύμιση προς τους κατοίκους της πόλης και τους οπαδούς του συλλόγου ότι υπήρχε κάποτε ένας θρύλος στις τάξεις του.
Οι αναμνήσεις που άφησε ο Πίτσι, οι ιστορίες που αφηγούνται οι παλαιότερες γενιές, αποτελούν τη μεγαλύτερη μαρτυρία για έναν χαρισματικό ποδοσφαιριστή. Ο Ιταλός ήταν ο άνθρωπος που μετέτρεψε την άμυνα σε μορφή τέχνης και υπήρξε το επίκεντρο ενός επαναστατικού στυλ ποδοσφαίρου. Οι ασπρόμαυρες εικόνες του δείχνουν έναν ποδοσφαιριστή που κατάλαβε τον ρόλο του λίμπερο και τι χρειάζεται για να είσαι αρχηγός.
Όπως και οι καριέρες των δύο μεγάλων αυτών παικτών ήταν παράλληλες, έτσι και ο Γκαετάνο Σιρέα “έφυγε” πριν την ώρα του. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1989, μόλις έναν χρόνο μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, ο Σιρέα επιστρέφοντας με το αυτοκίνητο από την Πολωνία ενεπλάκη σε θανατηφόρο ατύχημα. Στην ηλικία των 36 ετών, το ιταλικό ποδόσφαιρο έχασε άλλο έναν γίγαντα που είχε ακόμη πολλά να προσφέρει στο παιχνίδι.
Φίλαθλοι σε όλο τον κόσμο εκδήλωσαν το σοκ και τη θλίψη τους, αφήνοντας κατά μέρος τις οπαδικές προτιμήσεις τους, και αναγνώρισαν τη μεγαλοφυΐα του πρώην παίκτη της Γιουβέντους. Το 2005, ο Έντσο Μπέαρζοτ, ο τεχνικός που πήρε Παγκόσμιο Κύπελλο με την Ιταλία, ζήτησε να αποσυρθεί προς τιμήν του η φανέλα νούμερο έξι από την εθνική και τη Γιουβέντους. Όταν η “Γηραιά Κυρία” μετακόμισε στο νέο της γήπεδο, το πέταλο “Κούρβα Σουντ” ονομάστηκε “Κούρβα Σιρέα” και φιλοξενεί τους οργανωμένους των “μπιανκονέρι” .
Όπως και στην περίπτωση του Αρμάντο Πίτσι, έτσι και ο Γκαετάνο Σιρέα άφησε τεράστια κληρονομιά. Ο εξαιρετικός και ευγενικός τρόπος με τον οποίο έπαιζε, καθώς και ο εκσυγχρονισμός της θέσης του λίμπερο, είναι τα στοιχεία που τον έκαναν διάσημο. Μπορούσε να παίξει όπως ο Πίτσι όταν χρειαζόταν, αλλά το φυσικό του ταλέντο του επέτρεψε να προσθέσει άλλη μία διάσταση στο ρόλο, με το να απομακρύνεται από την άμυνα και να ξεκινά επιθέσεις.
Η ποδοσφαιρική ιστορία της Ιταλίας έχει στη βάση της μία εμμονή με την άμυνα. Η χώρα έχει αναδείξει πολλούς αμυντικούς παγκόσμιας κλάσης και δίδαξε ότι μία προσεκτική φιλοσοφία μπορεί να γίνει και νικηφόρα. Όμως, δύο παίκτες ξεχωρίζουν σε αυτή την ιστορία, καθώς η καριέρα τους τους έφερε σε απόσταση αναπνοής στη Γιουβέντους.
Αμφότεροι είχαν μεγάλες επιτυχίες στο γήπεδο και επαναπροσδιόρισαν την τέχνη της άμυνας. Πέρα από τη δόξα και τη λατρεία που προσφέρθηκαν στον Αρμάντο Πίτσι και τον Γκαετάνο Σιρέα, είναι και οι πρόωροι θάνατοί τους – τόσο σύντομα μετά την ολοκλήρωση της αγωνιστικής καριέρας τους και τόσο νωρίς στην προπονητική σταδιοδρομία τους – που δυστυχώς τους συνδέουν. Η ιδιοφυΐα και το ταλέντο τους δεν θα ξεχαστούν ποτέ.






