Δένδιας: Δεν μπορεί να υπάρξει εποικοδομητικός διάλογος με «νταηλίκια»

0
skyline

Για την τουρκική προκλητικότητα μίλησε σε συνέντευξή του ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας.

Παράλληλα, μιλώντας στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής τόνισε πως: «Η εθνική κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και δεν επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση».

Υπογράμμισε πως σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική της χώρας ότι «με μια σειρά κινήσεων που κάναμε τα τρία τελευταία χρόνια, έχουμε διαμορφώσει μια καλή βάση για να αντιμετωπίσουμε με αυτοπεποίθηση τις όποιες προκλήσεις, τα επόμενα χρόνια».

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:
Κύριε υπουργέ, δηλώσατε πρόσφατα ότι επιχειρείται από την τουρκική πλευρά ένας εκφοβισμός της ελληνικής κοινωνίας και της κυβέρνησης. Πώς απαντά η Ελλάδα, αλλά και η Ε.Ε.;

Θα μου επιτρέψετε να συμπληρώσω ότι δεν πρόκειται απλώς για προσπάθεια εκφοβισμού της ελληνικής κοινωνίας και της κυβέρνησης, αλλά, επί της ουσίας, για προσπάθεια διαμόρφωσης και επιβολής, από την τουρκική πλευρά, ενός νέου «υποδείγματος» διμερών και περιφερειακών σχέσεων.

Το «υπόδειγμα» αυτό, ωστόσο, είναι ασύμβατο με κάθε έννοια καλής γειτονίας και σεβασμού στις θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου.

Απέναντι σε αυτές τις συνθήκες κλιμακούμενης απειλής, η χώρα μας έχει επιλέξει να αντιτάσσει, με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, την τεκμηριωμένη παράθεση επιχειρημάτων, τα οποία εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο και στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Επαναλαμβάνω ότι η εθνική κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και δεν επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση

Απέναντι στη διαρκή μεθόδευση αντιστροφής της πραγματικότητας, την οποία επιχειρεί η τουρκική πλευρά, η Ελλάδα θωρακίζεται, διπλωματικά και αμυντικά.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω, επίσης, ότι οι εταίροι και οι σύμμαχοί μας εκδηλώνουν σταθερά την αμέριστη στήριξή τους στις ελληνικές θέσεις.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο της Ε.Ε. αποτυπώνεται η αλληλεγγύη προς τη χώρα μας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.

Παράλληλα, και σε διμερές επίπεδο, στη συνεργασία με τους εταίρους μας στην Ε.Ε., αλλά και με άλλες χώρες, γινόμαστε αποδέκτες αναγνώρισης των ελληνικών θέσεων.

Πλέον πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η Σερβία, της οποίας ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Ivica Dacic, επισκέφθηκε την Ελλάδα, στην πρώτη επίσημη επίσκεψή του στο εξωτερικό.

Η σημασία της στήριξης της Σερβίας δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι είναι παραδοσιακή φίλη της Ελλάδας.

Η Γιουγκοσλαβία έχει υπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης, τη Σύμβαση του Μοντρέ, καθώς και τη Συνθήκη των Παρισίων.

Πόσο σας ανησυχεί το ενδεχόμενο αυτή η προκλητικότητα -στον βαθμό που μπορεί να συνδέεται και με την εσωτερική κατάσταση στην ίδια την Τουρκία- να ενταθεί ακόμη περισσότερο στην πορεία προς τις εκλογές που θα γίνουν και στην γειτονική χώρα το 2023; Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα εντεινόμενης προκλητικότητας και αναθεωρητισμού από πλευράς της Αγκυρας, είναι ρεαλιστικό να αναμένει κανείς ότι μπορεί να υπάρξει δυνατότητα για εποικοδομητικό και ουσιαστικό διάλογο;

Η προκλητική συμπεριφορά της γειτονικής μας χώρας, όπως αυτή εκδηλώνεται τόσο σε ρητορικό επίπεδο όσο και μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες, φοβούμαι ότι δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο που θα μπορούσε να εξηγηθεί απλά και μόνο με τις εκλογικές ανάγκες της τουρκικής ηγεσίας.

Αντίθετα, φαίνεται να αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της τωρινής τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, που υπηρετεί με συνέπεια το αναθεωρητικό της αφήγημα.

Μακάρι, βέβαια, να αποδειχθεί ότι ήταν μόνο προεκλογική επιλογή.

Βεβαίως, το γεγονός ότι η γειτονική μας χώρα οδεύει προς μία κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση τους επόμενους μήνες δημιουργεί συνθήκες που μάλλον ευνοούν την περαιτέρω κλιμάκωση.

Σε κάθε περίπτωση, εποικοδομητικός και ουσιαστικός διάλογος δεν μπορεί να υπάρξει στο τοξικό περιβάλλον που δημιουργεί η τουρκική προκλητικότητα.

Εποικοδομητικός διάλογος μπορεί να γίνει μόνο στη βάση της ισοτιμίας, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.

Όχι με λογικές ισχύος και με προσωπικές προσβολές.

Όχι με αμφισβήτηση της κυριαρχίας και με παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Όχι με «τσαμπουκάδες» και «νταηλίκια», για να χρησιμοποιήσω δύο λέξεις τουρκικής προέλευσης.

Εκτός από την καταγγελία του παράνομου τουρκολιβυκού «μνημονίου» σε όλα τα fora, πρόθεση της χώρας, όπως δήλωσε και ο πρωθυπουργός, είναι ένα άνοιγμα στη Λιβύη συνολικά για να μπορέσουμε να οριοθετήσουμε θαλάσσιες ζώνες. Να αναμένουμε πρωτοβουλίες προς αυτήν την κατεύθυνση;

Όπως ανέφερε πρόσφατα ο πρωθυπουργός, η Λιβύη, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, θα μπορούσε να αποτελεί έναν φυσικό συνομιλητή μας.

Η Ελλάδα προσβλέπει πάντοτε σε έναν εποικοδομητικό διάλογο με τρίτες χώρες στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και ιδιαίτερα του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για χώρες της ευρύτερης γειτονιάς μας.

Μετά τις δύο συμφωνίες που υπογράψαμε το 2020 με την Αίγυπτο και την Ιταλία αντίστοιχα, για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, η Λιβύη βρίσκεται πλέον μεταξύ δύο απολύτως νόμιμων οριοθετήσεων.

Ευελπιστούμε ότι θα αντιληφθούν όλες οι πλευρές στη Λιβύη ότι η τήρηση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αποτελεί τη μοναδική συνθήκη για την οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Και ότι η λιβυκή κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές θα προσέλθει σε μία συζήτηση μαζί μας προκειμένου να ολοκληρωθεί με νόμιμο τρόπο η οριοθέτηση αυτή.

Πρόκειται για μία οριοθέτηση, η οποία θα εξυπηρετήσει το συμφέρον αμφότερων των χωρών μας και θα προωθήσει περαιτέρω την εμπέδωση της σταθερότητας στη Μεσόγειο.

Διότι, όπως έχουμε ήδη υπογραμμίσει, η Ελλάδα έχει έναν κοινό, με πολλούς συμμάχους και εταίρους, εντός και εκτός Ε.Ε., στρατηγικό στόχο για τη Λιβύη.

Ο στόχος αυτός αφορά σε μια ειρηνική χώρα, η οποία θα λειτουργεί ως πόλος σταθερότητας και ευημερίας για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Βεβαίως, όπως αντιλαμβάνεστε, για να λάβουν χώρα οι σχετικές διαπραγματεύσεις με τη λιβυκή πλευρά, απαράβατος όρος είναι να υπάρχει λιβυκή κυβέρνηση, η οποία να μπορεί να δεσμεύσει τη χώρα διεθνώς, κάτι που δεν ισχύει σήμερα.

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει από τη μια πλευρά η Λιβύη να προχωρήσει, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, στην ανάδειξη νέας κυβέρνησης και από την άλλη να ανοίξει ο δρόμος για την απομάκρυνση ξένων δυνάμεων και μισθοφόρων που βρίσκονται στο λιβυκό έδαφος, εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συγκρούσεις των προηγούμενων ετών.

Ποια η εκτίμησή σας για τις εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία μετά και την πρόσφατη επίσκεψή σας στο Κίεβο, τι σηματοδότησε αυτή η επίσκεψη και πόσο εφικτό θεωρείτε, με τα σημερινά δεδομένα, να ανοίξει «παράθυρο» διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου;

Θα έλεγα ότι κάθε εκτίμηση υπό τις παρούσες συνθήκες είναι παρακινδυνευμένη. Είναι πολύ πιθανό η Ρωσία να συνεχίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία στους επόμενους μήνες, χρησιμοποιώντας τον χειμώνα ως το δικό της «όπλο» κατά της Δύσης, λόγω της ανόδου των τιμών στην ενέργεια.

Ελπίδα όλων μας είναι η Ρωσία να μην κλιμακώσει περαιτέρω τις ενέργειές της, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.

Και να μην προσφύγει σε άλλες, ακραίες, λύσεις.

Η επίσκεψή μου στο Κίεβο είχε στόχο να δείξει ότι, σε μια περίοδο κατά την οποία το Διεθνές Δίκαιο και οι θεμελιώδεις αρχές και αξίες του καταπατώνται βάναυσα, η Ελλάδα επιμένει στην απαρέγκλιτη εφαρμογή του ως αντίβαρο σε κάθε τάση αναθεωρητισμού και επεκτατισμού.

Πρέπει να γίνει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση και γενικότερα η Δύση οφείλει να συνεχίσει να υποστηρίζει αταλάντευτα την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας εντός των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων της, αλλά και όλων των κρατών του κόσμου που αντιμετωπίζουν παρόμοιες απειλές.

Η επίσκεψή μου στο Κίεβο αποσκοπούσε και στην ανάδειξη ενός ξεκάθαρου μηνύματος, όσον αφορά στις άμεσες απειλές που αντιμετωπίζει η Ελλάδα από τον μεγαλύτερο γείτονά της στα ανατολικά.

Και ότι η Δύση δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να υποτιμήσει την απειλή αυτή.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που ως αποτέλεσμα αυτού του πολέμου απασχολεί και την ελληνική κοινωνία είναι η ακρίβεια για την οποία λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η ευρωπαϊκή παρέμβαση όμως καθυστερεί λόγω διαφορετικών προσεγγίσεων. Σας ανησυχεί το ενδεχόμενο, εάν αυτό συνεχιστεί, να επιφέρει ένα πλήγμα στη συνοχή της Ε.Ε., αλλά και να τροφοδοτήσει -ενδεχομένως και στη χώρα μας- μία τάση λαϊκισμού που ήδη αποτυπώθηκε στην εκλογική άνοδο ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη

Το ερώτημά σας θίγει ένα υπαρκτό πρόβλημα. Αν και η ελληνική κυβέρνηση έχει επιδείξει τα απαιτούμενα αντανακλαστικά στη διαχείριση κρίσεων, η Ευρωπαϊκή Ενωση εξακολουθεί να καθυστερεί να εφαρμόσει μέτρα τα οποία είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση μίας ακόμα κρίσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση της ενεργειακής.

Η άνοδος του λαϊκισμού, όπως και της Ακροδεξιάς, είναι οπωσδήποτε ένα «καμπανάκι» για όλη την Ευρώπη και ένας κίνδυνος μεσοπρόθεσμα για τη συνοχή της.

Ελπίζω, όμως, ότι στη χώρα μας τουλάχιστον, επειδή είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από την έξαρση των φαινομένων αυτών την προηγούμενη δεκαετία και τις γνωστές συνέπειες από τις «πλατείες των αγανακτισμένων», δεν θα έχουμε μία επανάληψη του συγκεκριμένου σκηνικού.

Βεβαίως, δεν χρειάζεται εφησυχασμός.

Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επιδεικνύει μέριμνα για την κοινωνική συνοχή και τις πλέον αδύναμες οικονομικά κατηγορίες συμπατριωτών μας, όπως ήδη πράττει.

Επισημαίνω, άλλωστε, σε κάθε ευκαιρία ότι η Νέα Δημοκρατία είναι ένα πραγματικά λαϊκό κόμμα.

Στο εσωτερικό της χώρας αυξάνεται κατακόρυφα η πολιτική ένταση στον απόηχο και πρόσφατου δημοσιεύματος που περιελάμβανε και εσάς μεταξύ πολιτικών προσώπων για τα οποία ανέφερε ότι παρακολουθούνταν. Πώς εκτιμάτε ότι θα διαμορφωθεί το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο φαίνεται πως θα βαδίσει η χώρα προς τις εκλογές του 2023;

Αυτό το οποίο με ανησυχεί και το οποίο απεύχομαι είναι να διαμορφωθεί ένα τοξικό πολιτικό κλίμα σε όλους τους τομείς, το οποίο θα επηρεάσει και τους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής άμυνας, σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη συγκυρία.

Είναι αλήθεια ότι μέχρι στιγμής, και παρά τις επιμέρους διαφωνίες, έχουμε καταφέρει, ώστε η πολιτική αντιπαράθεση στους συγκεκριμένους τομείς να μην ξεπερνά τα όρια.

Ελπίζω πως εν όψει μιας χρονιάς, στην οποία σε κάθε περίπτωση θα διεξαχθούν εκλογές, θα επικρατήσει η στοιχειώδης σύνεση.

Η πορεία προς τις εκλογές περιλαμβάνει και απολογισμό πεπραγμένων. Τι εμπεριέχει στον δικό σας τομέα και ποιες θεωρείτε ως μεγάλες προκλήσεις τα επόμενα χρόνια για την εξωτερική πολιτική της χώρας;

Σίγουρα, κατά τα τρεισήμισι χρόνια μου στο υπουργείο Εξωτερικών δεν έλειψαν οι προκλήσεις που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε.

Προκλήσεις, κυρίως, από την πλευρά της γείτονος Τουρκίας.

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, κομβικά γεγονότα, όπως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οδηγούν σε αναδιάταξη το παγκόσμιο σύστημα, επηρεάζοντας κατ’ επέκταση και την άμεση γειτονιά μας, και απαιτούν εγρήγορση αλλά και νέους, ενεργητικούς σχεδιασμούς από πλευράς μας.

Ωστόσο, με μια σειρά κινήσεων που κάναμε τα τρία τελευταία χρόνια, έχουμε διαμορφώσει μια καλή βάση για να αντιμετωπίσουμε με αυτοπεποίθηση τις όποιες προκλήσεις, τα επόμενα χρόνια.

Μια βάση που χτίζεται πάνω στη μεθοδική διεύρυνση συμμαχιών και συνεργασιών σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη.

Θα αναφέρω, ενδεικτικά και μόνον, τις συμφωνίες στρατηγικής συνεργασίας που υπεγράφησαν επί των ημερών μου με ΗΠΑ, Γαλλία και ΗΑΕ – με τις δύο τελευταίες να περιέχουν και ρήτρα αμυντικής συνδρομής.

Τις συμφωνίες που υπογράψαμε με την Ιταλία και την Αίγυπτο για την οριοθέτηση ΑΟΖ, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και τη συμφωνία με την Αλβανία για παραπομπή του θέματος της μεταξύ μας οριοθέτησης στο Δικαστήριο της Χάγης.

Την αναβάθμιση των σχέσεων και τον στενό συντονισμό σε πολλά επίπεδα με χώρες της ευρύτερης γειτονιάς μας (Κύπρος, Αίγυπτος, Ισραήλ) μέσα από διμερή ή πολυμερή σχήματα.

Καθώς και με τα ανοίγματα σε άλλες χώρες του αραβικού κόσμου, στον Κόλπο και το Μαγκρέμπ, όπου η Ελλάδα είχε παραδοσιακές σχέσεις που σταδιακά είχαν ατονήσει.

Αλλά, και το άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας με σειρά χωρών στην Αφρική και στην Ασία.

Την προώθηση της υποψηφιότητας της χώρας μας για το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ το 2025-26, για το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2028-30, καθώς και για την Προεδρία της Γενικής Συνέλευσης το 2035.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να τονίσω την επέκταση των χωρικών μας υδάτων, στην περιοχή του Ιονίου από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια, που, για πρώτη φορά από το 1947, επεκτείνει τον χώρο εθνικής κυριαρχίας κατά πάνω από 13.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Βεβαίως, διατηρούμε ακέραιο το δικαίωμά μας, όπως ορίζει η UNCLOS, να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα όπου και όποτε κρίνουμε ότι υπηρετούνται τα εθνικά μας συμφέροντα.

Τέλος, επιτρέψτε μου μία τελευταία επισήμανση.

Πέραν των πεπραγμένων στην εξωτερική πολιτική με τη στενή, τρόπον τινά, έννοια, θα ήθελα να αναφερθώ και στις αλλαγές που προωθούμε στην ίδια τη δομή και τις υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών. Με στόχο να αναδειχθεί σε έναν σύγχρονο μηχανισμό που να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις που αναδύονται σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο στις διεθνείς σχέσεις, να εξυπηρετεί και να προβάλλει τις θέσεις της χώρας στο εξωτερικό με αυτοπεποίθηση.

Πηγή: ethnos.gr